πολυείλητος
πολυείλητος, much convoluted
πολυ-είλητος, ον,
- much convoluted, ἔντερα Ruf. Anat. 44.
πολυ·είλητος, ος, ον, tout à fait tordu, enroulé, Ruf. p. 61.
Étym. π. εἱλέω.
πολυείλητος, much convoluted