πολυεύχετος
πολυ-εύχετος, ον, = foreg. [πολύευκτος] I, h.Cer. 165.
πολυ·εύχετος, ος, ον, c. πολύευκτος, Hh. Cer. 165.
πολυεύχετος, wie πολύευκτος, viel oder sehr gewünscht, H.h. Cer. 165.
πολυεύχετος
πολυ-εύχετος, ον,
= πολύευκτος, Hhymn.