πολύειδος
πολύ-ειδος, ὁ,
- name of various plants, e.g. κρόμυον, κάππαρις, etc., Ps.-Dsc. 2.151, 173, al.
- 2 Adj. -ειδος, ον, = πολυειδής I, Zos.Alch. p.113 B.