πολυδίνητος
πολυδίνητος, much-whirled
πολυ-δίνητος [ῑ], ον,
- much-whirled, φύλλον D.P. 407.
πολυ·δίνητος, ος, ον [ῠῑ] c. le préc. DP. 407.
Étym. π. δινέω.
πολυδίνητος, viel oder sehr gedreht, gewirbelt, gewunden, Dion.Per. 407, v.l. περιδίνητος.