πολυδειράς
πολυδειράς, with many ridges
πολυδειράς2, many-necked
πολῠ-δειράς (A), άδος, ὁ, ἡ, (δειράς)
- with many ridges, Οὐλύμποιο Il. 1.499, 5.754.
πολῠ-δειράς (B), άδος, ὁ, ἡ, (δειρή)
- many-necked, ὕδρη Q.S. 6.212.
πολυ·δειράς, άδος (ὁ, ἡ) [ῠᾰδ]
1 aux nombreux cous, ép. de l’hydre de Lerne, Q. Sm. 6, 212 ||
2 aux nombreuses cimes, Il. 1, 499 ; 5, 754.
Étym. π. δειράς.
πολυδειράς ¹, άδος, eigtl. mit vielen Hälsen ; gew. von Gebirgen, mit vielen Berggipfeln, Ὄλυμπος, Il. 1.499 u. oft ; ὕδρα, Qu.Sm. 6.212.
πολυδειράς
-άδος
[πολυ-, πολύς + δειράς, rock.]
Rocky.
Epithet of Olympus Il. 1.499=Il. 5.754=Il. 8.3.
πολυδειράς , άδος (δειρή): manyridged, epith. of Mt. Olympus. (Il.)
πολυδειράς
πολυ-δειράς, άδος,
δειρή
- with many ridges, Il.