About Report a problem

Menu

πολυδειράς

πολυδειράς, with many ridges

πολυδειράς2, many-necked

πολῠ-δειράς (A), άδος, ὁ, ἡ, (δειράς)
  • with many ridges, Οὐλύμποιο Il. 1.499, 5.754.
πολῠ-δειράς (B), άδος, ὁ, ἡ, (δειρή)
  • many-necked, ὕδρη Q.S. 6.212.

Saved

Recent