πολυδράστεια
πολυδράστεια, she that effects much
πολυ-δράστεια, ἡ, (δράω)
- she that effects much, Corn. ND 13.
πολυ·δράστεια, ας (ἡ) grande efficacité, Corn. N.D. 13.
Étym. π. δράω.
πολυδράστεια, ἡ, die Vielwirkende, Cornut. 13.