πολύδειρος Save LSJ Bailly 2024 Pape πολῠ-δειρος, ον, = foreg. (B), Nonn. D. 25.199. πολύ·δειρος, ος, ον [ῠ] c. le préc. Nonn. D. 25, 199. πολύδειρος, = πολυδειράς¹, Nonn. D. 25.199.