πολυηλάκατος
πολυηλάκατος, very reedy
πολυ-ηλάκᾰτος [λᾰ], ον, (ἠλακάτη II.1)
- very reedy, ποταμοί A. Fr. 8.
πολυ·ηλάκατος, ος, ον [ᾰᾰ] riche en roseaux, Eschl. fr. 6 Dind.
Étym. π. ἠλακάτη.
πολυηλάκατος, reich an Rohr, ποταμός, Aesch, bei Schol. Il. 16.183.