πολυθαύμαστος
πολυθαύμαστος, much-admired
πολυ-θαύμαστος, ον,
- much-admired, Suid. s.v. Ἱπποκράτης.
πολυθαύμαστος, viel od. sehr bewundert, Suid.
πολυθαύμαστος, much-admired