πολύηχος
πολύηχος, noisy
πολύ-ηχος, ον,
- = πολυηχής, γῆρυς, θάλασσα, Ph. 1.373, Sch. S. Aj. 695: metaph., χωρίον ψυχῆς Ph. 1.372; βίος ταραχώδης καὶ π. noisy, Epict. Gnom. 1. Adv. -χως Ael. NA 12.28.
πολύ·ηχος, ος, ον, très sonore, retentissant, Phil. 1, 372, etc. ; fig. βίος, Epict. (Stob. Fl. 1, 46) vie bruyante.
Étym. π. ἦχος.
πολύηχος, = πολυηχής, Sp.; ᾄδειν πολυήχως, Ael. H.A. 12.27.