πολυθρέμματος
πολυθρέμματος, rich in cattle
πολυ-θρέμμᾰτος, ον,
- rich in cattle, J. AJ 6.13.6.
πολυ·θρέμματος, ος, ον [ᾰ] c. le suiv. Jos. A.J. 6, 13, 6.
πολυθρέμματος, viel ernährend, Sp.
πολυθρέμματος, rich in cattle