Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυϊδρίη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύθλιβος
πολύθουρος
πολύθραυστος
πολυθρέμματος
πολυθρέμμων
πολύθρεπτος
πολυθρήνητος
πολύθρηνος
πολύθριδαξ
πολυθρίδαξ
πολύθριξ
πολυθρόνιος
πολύθρονος
πολύθροος
πολύθρους
πολυθρυλής
πολυθρύλητος
πολυθρύλλητος
πολύθυρος
πολυθύσανος
πολυθυσίαστος
πολύθυτος
πολυθώϋστος
πολυΐαχος
πολυΐδμων
Πολύϊδος
πολυϊδρεία
πολυϊδρείη
πολυϊδρία
πολυϊδρίδας
πολυϊδρίη
πολύϊδρις
πολύιδρις
πολύϊνος
πολυϊππία
πολύϊππος
πολύιππος
πολυϊστορία
πολυΐστωρ
πολυΐχθυος
πολύϊχθυς
πολυΐψιος
πολυκαγκής
πολυκαδία
πολυκαής
πολυκάθεδρος
πολυκαινής
πολυκαισαρία
πολυκαισαρίη
πολυκάλαμος
πολυκάματος
πολυκάμμορος
πολυκαμπής
πολύκαμπτος
πολυκανής
πολύκαπνος
πολυκάρηνος
πολυκαρπέω
πολυκαρπία
πολύκαρπος
Πολύκαρπος
…
πολυϊδρίη
Save
Bailly 2024
πολυϊδρίη,
ης
(
ἡ
)
c. le préc.
Thgn.
703
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}