πολυθρήνητος
πολυθρήνητος, lamentable
πολυ-θρήνητος, ον,
- lamentable, γενεή AP 7.334.15, cf. IG 12(8).445.6 (Thasos); gloss on ἀδινός, Sch. S. Tr. 848.
πολυ·θρήνητος, ος, ον, lamentable, Anth. 7, 334, 15.
Étym. π. θρηνέω.
πολυθρήνητος, viel beweint ; Ep.adesp. 651 (VII.334); Schol. Soph. Trach. 860.
πολυθρήνητος
πολυ-θρήνητος, ον,
θρηνέω
- lamentable, Anth.