πολυνεφέλας
πολυνεφέλας, with many clouds
πολυ·νεφέλας, α [ῠᾱ] adj. m. couvert de nuages, Pd. N. 3, 16.
Étym. π. νεφέλη.
πολυνεφέλας, α, = πολυνέφελος ; οὐρανοῦ, Pind. N. 3.10 ; Schol. Eur. Hec. 684.
πολῠνεφέλας
- 1with many clouds ἄρχε δʼ οὐρανοῦ πολυνεφέλα κρέοντι, θύγατερ, δόκιμον ὕμνον (πολυνεφέλᾳ Didymus, Aristarchus) N. 3.10
πολυνεφέλας
- overcast with clouds, Pind.