About Report a problem

Menu

πολύμνηστος

πολύμνηστος, much-remembering, mindful

πολύ-μνηστος, ον (η, ον Emp. 4.3), (μιμνήσκομαι)
  • much-remembering, mindful, Μοῦσα l.c.; θεοῖσι . . π. χάριν τίνειν A. Ag. 821.
    • II Pass., much-remembered, πολύμναστον . . αἷμα ib. 1459 (lyr.); σπέρμα Orph. H. 50.2.

Saved

Recent