Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυυδρία
πολυυδρία, plenty of water
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυτόκος
πολύτολμος
πολυτόρος
πολυτραυμάτιστος
πολυτραφής
πολυτράχηλος
πολύτρεπτος
πολυτρεφής
πολυτρήρων
πολύτρητος
πολύτριμμα
πολυτρίπους
πολύτριπτος
πολυτρίχιον
πολύτριχον
πολύτριχος
πολυτροπία
πολύτροπος
Πολύτροπος
πολυτρόπως
πολυτροφία
πολύτροφος
πολυτρόφος
πολυτρόχαλος
πολύτρυτος
πολυτρώκτης
πολύτρωτος
Πολύττας
πολύτυρος
πολύυγρος
πολυυδρία
πολυϋδρία
πολύυδρος
πολύϋδρος
πολυυλία
πολύυλος
πολύϋλος
πολυύμνητος
πολυΰμνητος
πολύυμνος
πολύϋμνος
πολυυπνία
πολυϋπνία
πολύυπνος
πολύϋπνος
πολυΰπτιος
πολυφαγέω
πολυφαγία
πολυφάγος
πολύφαμος
Πολύφαμος
πολυφανής
πολύφανος
πολυφάνταστος
πολύφαντος
πολυφάρμακος
πολυφασία
πολυφάσματος
πολύφατος
πολύφαυλος
πολυφεγγής
…
πολυυδρία
Save
πολυυδρία, plenty of water
LSJ
πολυ-υδρία, ἡ,
plenty of water,
Thphr.
CP
2.14.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}