Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυτραυμάτιστος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυτεληΐη
πολυτελής
πολυτελῶς
πολυτενής
πολυτερπής
πολυτέχνης
πολυτεχνής
πολυτεχνία
πολύτεχνος
πολυτιμάω
πολυτιμητίζω
πολυτίμητος
πολυτιμία
Πολυτιμίδας
πολυτίμιος
πολύτιμος
πολυτιμώρητος
πολυτίμως
πολύτιτος
Πολυτίων
πολύτλας
πολυτλήμων
πολύτλητος
πολύτμητος
πολυτοιοῦτος
πολυτοκέω
πολυτοκία
πολυτόκος
πολύτολμος
πολυτόρος
πολυτραυμάτιστος
πολυτραφής
πολυτράχηλος
πολύτρεπτος
πολυτρεφής
πολυτρήρων
πολύτρητος
πολύτριμμα
πολυτρίπους
πολύτριπτος
πολυτρίχιον
πολύτριχον
πολύτριχος
πολυτροπία
πολύτροπος
Πολύτροπος
πολυτρόπως
πολυτροφία
πολύτροφος
πολυτρόφος
πολυτρόχαλος
πολύτρυτος
πολυτρώκτης
πολύτρωτος
Πολύττας
πολύτυρος
πολύυγρος
πολυυδρία
πολυϋδρία
πολύυδρος
πολύϋδρος
…
πολυτραυμάτιστος
Save
Bailly 2024
πολυ·τραυμάτιστος,
ος, ον
[
ᾰ
] couvert de blessures,
Chrys.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}