Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυυλία
πολυυλία, plethora
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυτραφής
πολυτράχηλος
πολύτρεπτος
πολυτρεφής
πολυτρήρων
πολύτρητος
πολύτριμμα
πολυτρίπους
πολύτριπτος
πολυτρίχιον
πολύτριχον
πολύτριχος
πολυτροπία
πολύτροπος
Πολύτροπος
πολυτρόπως
πολυτροφία
πολύτροφος
πολυτρόφος
πολυτρόχαλος
πολύτρυτος
πολυτρώκτης
πολύτρωτος
Πολύττας
πολύτυρος
πολύυγρος
πολυυδρία
πολυϋδρία
πολύυδρος
πολύϋδρος
πολυυλία
πολύυλος
πολύϋλος
πολυύμνητος
πολυΰμνητος
πολύυμνος
πολύϋμνος
πολυυπνία
πολυϋπνία
πολύυπνος
πολύϋπνος
πολυΰπτιος
πολυφαγέω
πολυφαγία
πολυφάγος
πολύφαμος
Πολύφαμος
πολυφανής
πολύφανος
πολυφάνταστος
πολύφαντος
πολυφάρμακος
πολυφασία
πολυφάσματος
πολύφατος
πολύφαυλος
πολυφεγγής
πολύφεγγος
πολυφειδής
Πολυφείδης
πολύφελλος
…
πολυυλία
Save
πολυυλία, plethora
LSJ
πολυ-ῡλία, ἡ,
plethora,
Sor.
1.38.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}