Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολύφανος
πολύφανος, with many torches
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυτρόφος
πολυτρόχαλος
πολύτρυτος
πολυτρώκτης
πολύτρωτος
Πολύττας
πολύτυρος
πολύυγρος
πολυυδρία
πολυϋδρία
πολύυδρος
πολύϋδρος
πολυυλία
πολύυλος
πολύϋλος
πολυύμνητος
πολυΰμνητος
πολύυμνος
πολύϋμνος
πολυυπνία
πολυϋπνία
πολύυπνος
πολύϋπνος
πολυΰπτιος
πολυφαγέω
πολυφαγία
πολυφάγος
πολύφαμος
Πολύφαμος
πολυφανής
πολύφανος
πολυφάνταστος
πολύφαντος
πολυφάρμακος
πολυφασία
πολυφάσματος
πολύφατος
πολύφαυλος
πολυφεγγής
πολύφεγγος
πολυφειδής
Πολυφείδης
πολύφελλος
πολυφερβής
πολυφερής
πολύφερνος
πολυφημία
πολύφημος
Πολύφημος
Πολυφήτης
πολυφήτωρ
πολυφθεγγής
πολυφθερής
πολύφθογγος
πολυφθονερός
πολύφθονος
πολύφθοος
πολυφθορής
πολυφθόρος
πολύφθορος
πολυφιλάνθρωπος
…
πολύφανος
Save
πολύφανος, with many torches
LSJ
πολύ-φᾱνος, ον,
with many torches,
ἑορτά
Alcm.
34.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}