Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολύφελλος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυυλία
πολύυλος
πολύϋλος
πολυύμνητος
πολυΰμνητος
πολύυμνος
πολύϋμνος
πολυυπνία
πολυϋπνία
πολύυπνος
πολύϋπνος
πολυΰπτιος
πολυφαγέω
πολυφαγία
πολυφάγος
πολύφαμος
Πολύφαμος
πολυφανής
πολύφανος
πολυφάνταστος
πολύφαντος
πολυφάρμακος
πολυφασία
πολυφάσματος
πολύφατος
πολύφαυλος
πολυφεγγής
πολύφεγγος
πολυφειδής
Πολυφείδης
πολύφελλος
πολυφερβής
πολυφερής
πολύφερνος
πολυφημία
πολύφημος
Πολύφημος
Πολυφήτης
πολυφήτωρ
πολυφθεγγής
πολυφθερής
πολύφθογγος
πολυφθονερός
πολύφθονος
πολύφθοος
πολυφθορής
πολυφθόρος
πολύφθορος
πολυφιλάνθρωπος
πολυφιλανθρώπως
πολυφίλητος
πολυφιλία
πολύφιλος
πολύφιλτρος
πολυφλέγματος
πολύφλογος
πολύφλοιος
πολύφλοισβος
πολυφλύαρος
πολύφοβος
πολύφοινος
…
πολύφελλος
Save
Pape
πολύφελλος
,
v.l.
für πολύσφελμος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}