πονηροδιδάσκαλος
πονηροδιδάσκαλος, teaching wickedness
πονηρο-δῐδάσκᾰλος, ον,
- teaching wickedness, Str. 7.3.8.
πονηρο·διδάσκαλος, ου (ὁ, ἡ) [ῐκᾰ] qui enseigne le mal, Str. 302.
Étym. πονηρός, δ.
πονηροδιδάσκαλος, Böses lehrend, Strab. 7.3.8.
πονηροδιδάσκαλος
πονηρο-δῐδάσκαλος, ον,
- teaching wickedness, Strab.