πορνογέννητος
πορνογέννητος, born of a harlot
πορνο-γέννητος, ον,
- born of a harlot, Hsch. s.v. νοθογέννητα.
πορνογέννητος, von einer Hure geboren, Sp.
πορνογέννητος, born of a harlot