πορνοτρόφος
πορνο-τρόφος, ὁ,
- = πορνοβοσκός, Ph. 1.550.
πορνο·τρόφος, ος, ον, qui entretient des prostituées, Phil. 1, 550.
Étym. π. τρέφω, cf. πορνοβοσκός.
πορνοτρόφος, Huren ernährend, haltend, Sp.