Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πορκεύς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πορθμευτικός
πορθμεύτρια
πορθμεύω
Πορθμήϊα
πορθμήϊον
πορθμία
πορθμικός
πόρθμιον
πόρθμιος
πορθμίς
πορθμός
Πορθμός
πορθμοφυλακία
πόρθος
Πόρθων
πορθώτης
πορία
πορίζω
πόριμος
ποριμότης
πόριον
πόρις
πόρισμα
πορισμός
ποριστέον
ποριστής
ποριστικός
ποριστός
πόρκας
πορκεύς
Πορκεύς
πόρκης
Πορκία
Πόρκιος
πόρκος
πορκώδης
πορνεία
πορνεῖον
πόρνευμα
πόρνευσις
πορνεύτρια
πορνεύω
πόρνη
πόρνης
πορνίδιον
πορνικός
πορνοβοσκεῖον
πορνοβοσκέω
πορνοβοσκία
πορνοβοσκός
πορνογενής
πορνογέννητος
πορνογράφος
πορνοδιάκονος
πορνοδιδάσκαλος
πορνοδύτης
πορνοκοπέω
πορνοκοπία
πορνοκόπος
πορνομανής
πορνομοιχής
…
Πορκεύς
Save
Bailly 2024
Πορκεύς,
έως
(
ὁ
) Porkée,
n. du serpent de Kalydna,
Lyc.
347
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}