πορνοφίλης
πορνοφίλης, loving harlots
πορνο-φίλης [ῐ], Dor. -ας, α, ὁ,
- loving harlots, AP 11.416.
πορνοφίλης
φιλέω
- loving harlots, Anth.
πορνοφίλης, loving harlots