ποτικλίνω
ποτικλίνω,
- = προσκλίνω, pf. Pass. -κέκλιται Od. 6.308.
ποτικλίνω, v. προσκλίνω.
ποτικλῑνω
- 1recline against στρωμνὰ δὲ χαράσσοισʼ ἅπαν νῶτον ποτικεκλιμένον κεντεῖ P. 1.28