ποτινίσσομαι
ποτινίσσομαι,
- = προσνίσσομαι, A. Pr. 530 (lyr.).
ποτι·νίσσομαι, v. προσνίσσομαι.
ποτινίσσομαι, dor. statt προσνίσσομαι.
ποτινίσσομαι
(ποτινίσομαι) [ποτι-, προσ- 2.]
To come, be brought, to a specified place : ἐς Ὀρχομενόν Il. 9.381.
ποτινίσσομαι
Doric for προσνίσομαι, Aesch.