ποτικάρδιος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ποτι·κάρδιος, v. προσκάρδιος. ποτι-κάρδιος -ον [καρδία] Dor., tegen het hart aan. ποτικάρδιος, dor. = προσκάρδιος.