ποτιδέρκομαι
ποτῐδέρκομαι, Ep. and Dor. for προσδ-, Il. 16.10, Od. 17.518, Theoc. 1.36.
ποτι·δέρκομαι, v. προσδέρκομαι.
ποτιδέρκομαι, dorische Form statt προσδέρκομαι.
ποτιδέρκομαι
See προσδέρκομαι.