πουλύς
πουλύς, πουλύ, Ion. for πολύς, πολύ, Ep., but not in Ion. Prose.
πουλύς, v. πολύς.
πουλύς, neutr. πουλύ, ep. = πολύς.
πουλύς
See πολλός.
πουλύς : see πολύς.
See πολλός.