πρᾶγμα
πρᾶγμα, πρᾶγμα, πράγματος, τό, deed, affair, thing
- deed, act, the concrete of πρᾶξις, but freq. approaching to the abstract sense, Thgn. 116, al.; opp. λόγοι, D. 2.12, etc.; πραγμάτων ὀρθὰν ὁδόν Pi. O. 7.46; γυναίου π. ἐποίει did the act of a woman, D. 25.57, cf. 18.24, etc.
- II occurrence, matter, affair, πᾶσαν τελευτὰν πράγματος Pi. O. 13.75, cf. P. 4.278; τί τοῦδε σοὶ μέτεστι π. λέγε A. Eu. 575, cf. 584; π. τοιόνδε συνηνείχθη γενέσθαι Hdt. 5.33, cf. 9.92, Th. 2.64; ἐς μέσον σφι προετίθεε τὸ π. Hdt. 1.206; τί δʼ εἰδὼς τοῦδε π. πέρι; S. Aj. 747 codd.; τὸ π. εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη D. 21.111; ὁρᾶτε τὸ π., οἷ προελήλυθε κτλ., Id. 4.9, cf. 8.7.
- 2 thing, concrete reality, ἆρʼ ἔστιν αὔλησίς τι π.; Epich. 171.1; opp. ὄνομα, Pl. Cra. 391b, 436a, And. 4.27; δύο π . . . τοιάδε, οἷον Κρατύλος καὶ Κρατύλου εἰκών Pl. Cra. 432b; ὡς ἀργαλέον π. ἐστίν c. inf., Ar. Pl. 1; οὐδὲ π. οὐθέν ἐστι παρὰ τὰ μεγέθη . . τὰ αἰσθητὰ κεχωρισμένον Arist. de An. 432a3, cf. Mete. 379a32, Ph. 226b30, 227b28; διαμάχονται περὶ τοῦ λευκὸν ἢ μὴ λευκὸν εἶναι τὸ π. Plu. Col. 2.1109d, cf. 1112d; ἐξ ἀζωΐας καὶ ζωῆς συγκείμενον π. Porph. Sent. 21: pl., τῶν π. ἀΐδιος ἔσσα Philol. 6, cf. Democr. 164, Arist. Xen. 974a25, Pol. 1252a24; τὰ μετέωρα π. Ar. Nu. 228, cf. 250, 741; opp. ὀνόματα, Pl. Cra. 390e, D. 9.15.
- b contemptuously, thing, creature, κακῷ πράγματι wretched creature, viz. the sophist, Pl. Prt. 312c; τούτῳ τῷ π., viz. the demos, Id. Grg. 520b; ὁ δῆμος ἀσταθμητότατον π. D. 19.136; ἄμαχον π., of a woman, X. Cyr. 6.1.36.
- 3 like πρᾶξις I.2, ὄφελος I, in Hdt., πρῆγμά ἐστι or ἐστί μοι, c. inf., it is advantageous for me, εὕρισκε π. οἱ εἶναι ἐλαύνειν 1.79, cf. 4.11: with a neg., εὕρισκέ οἱ οὐ π. εἶναι στρατεύεσθαι Id. 7.12: also c. acc. et inf., οὐδὲν ἂν εἴη π. γνώμας ἐμὲ σοὶ ἀποφαίνεσθαι there will be no advantage or need, Id. 1.207; π. ἂν ἦν μοῦνον the only thing needful, Id. 7.130.
- 4 thing of consequence or importance, π. ποιήσασθαι [τι] ib. 150; π. οὐδὲν ἐποιήσαντο Id. 6.63; οὐδὲν π., ὦ Σώκρατες no matter, S., Pl. Grg. 447b, cf. E. Med. 451; ὡς . . οὐδὲν ὂν π., εἰ καὶ ἀποθάνοι Pl. Euthphr. 4d; δῆλον ἦν ὅτι π. τι εἴη that there was something the matter, X. An. 4.1.17.
- b π. ἐστί μοι it concerns me, σφίσι τε καὶ Ἀθηναίοισι εἶναι οὐδὲν π. they had nothing to do with the A., Hdt. 5.84, cf. D. 18.283; ᾧ μὴ π. μὴ εἰσίναι no admittance except on business, Sammelb. 6152.22 (i B. C.): c. gen. rei, οἷς μηδὲν ἦν π. τοῦ πολέμου who were not concerned in the war, Plu. Pomp. 65; τὸ σὸν τί ἐστι π.; what is your pursuit or business, what are you about? Pl. Ap. 20c, cf. Alc. 1.104d.
- c μέγα π. a man of consequence, D. 35.15; τὸ μέγα π. ἐν τῇ πόλει Men. Sam. 175; ἦν μέγιστον π. Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ he was made much of by the king, Hdt. 3.132; π. μέγα φρέατος a fine large tank, Alex. 179.
- 5 used of a battle, action, affair, ὡς οἱ σωθέντες ἐκ τοῦ π. ἀπέφυγον X. HG 7.1.17.
- 6 τὸ π. the love-affair of Harmodius and Aristogeiton, Aeschin. 1.132.
- 7 fact, opp. λόγος, ὄνομα, Arist. Top. 146a3, SE 175a8; πρὸς τὸ π. καὶ τὴν ἀλήθειαν Id. Ph. 263a17: pl., οὐκ ἐχρῆν τῶν π. τὴν γλῶσσαν ἰσχύειν πλέον E. Hec. 1188.
- 8 matter in hand, question, Hp. Acut. 39; πρὸς τὸ π. Pl. Men. 87a, Arist. APr. 70a32, D. 54.26; διαιρεῖν κατὰ τὸ π. Arist. Pol. 1299b18; ἔξω τοῦ π., v. ἔξω 1.2b.
- III in pl., πράγματα,
- 1 circumstances, affairs, τὰ ἀνθρωπήϊα π. Hdt. 1.207; ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀγαθοῖς π. Th. 3.82, cf. 1.89; τοῖς π. τέθνηκα τοῖς δʼ ἔργοισιν οὔ by circumstances, not by acts, E. Hel. 286; ἐν τοιούτοις π. X. Mem. 2.7.2, An. 2.1.16, etc.; δεινὸς πράγμασι χρῆσθαι D. 1.3, cf. X. HG 3.5.1; τύχη τὰ θνητῶν πράγματʼ, οὐκ εὐβουλία Chaerem. 2; ἀποτυγχάνειν τῶν π. fail to prosper, X. Mem. 4.2.28; the condition of a patient, τὰ τῶν νοσεύντων π. Hp. Prog. 1 (also in sg., ἐξαπίνης ὅλῳ τῷ π. μεταβάλλειν Id. Acut. 35; so also poet., ποῦ ποτʼ εἰμὶ πράγματος; S. Tr. 375, cf. Aj. 314).
- 2 state-affairs, τὰ πολιτικὰ π. Pl. Ap. 31d; ἔστʼ ἐν ἡμῖν τῆς πόλεως τὰ π. the fortunes of the state, Ar. Lys. 32; a state or empire, τὰ Περσικὰ π. the Persian power, Hdt. 3.137; τὰ Περσέων π. Id. 7.50, etc.; διαπεπόρθηται τὰ Περσῶν π. A. Pers. 714; ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ π. ἐγένετο Th. 1.74; μὴ ὥσπερ θεῷ νομίζετʼ ἐκείνῳ τὰ παρόντα πεπηγέναι π. ἀθάνατα D. 4.8, cf. 44, etc.; παρασπάσασθαί τι τῶν ὅλων π. Id. 1.3; of government, καταλαμβάνειν τὰ π. Hdt. 6.39, cf. Th. 3.30 (Pass.); ἔχειν τὰ π. ib. 62, 72, cf. Hdt. 6.83; κατέχειν τὰ π. Th. 4.2; ἐς μέσον Πέρσῃσι καταθεῖναι τὰ π. Hdt. 3.80; οἱ ἐν τοῖς π. those who are in power or office, Th. 3.28, D. 9.56, Arist. Pol. 1307b10; οἱ ἐπὶ τοῖς π. ὄντες D. 9.2; οἱ ἐπὶ τῶν π. Id. 18.247, cf. Plb. 3.69.4, LXX 1 Ma. 3.32; ἐν τυραννίδι καὶ πλούτῳ καὶ πράγμασι Plu. Symp. 2.150c; τριῶν ἀνδρῶν δημοσίων π. ἀποκαταστάσεως, = Lat. triumvir reipublicae constituendae, Sammelb. 4224.2 (i B. C.); κοινωνοὶ τῶν π. X. HG 2.3.17; νεώτερα π. innovations, Lys. 13.6, Isoc. 7.59, etc., cf. Hdt. 5.19; but εὐνούστατος τοῖς π. a friend to things as they are, Lys. 12.65.
- 3 fortunes, cause, circumstances, Hdt. 7.236, 237; κοινὰ π. E. IT 1062; τέρας γὰρ ὁ βίος καὶ τὰ π. ἐστί μου Id. Hel. 260; ἔρρει τἀμὰ π. X. Smp. 1.15, cf. E. Alc. 280: τὰ π. alone, oneʼs all, oneʼs fortunes, ἐν ᾧπέρ ἐστι πάντα μοι τὰ π. Ar. Ach. 474; = κτήματα, Hp. (Lex 5?) ap. Erot.: in sg., φαῦλον γὰρ ἂν εἴη τὸ ἐμὸν π. Pl. Hp.Ma. 286e, cf. Cri. 53d, Ap. 42a.
- 4 business, esp. lawbusiness, πρός τινα Antipho 6.12, Th. 1.128; οὔτε ἐμαυτοῦ οὔτε ἀλλότρια π. πράξας Lys. 12.3; δικῶν γὰρ οὐ δέομʼ οὐδὲ πραγμάτων Ar. V. 1426; πράγματα κἀντιγραφάς Id. Nu. 471: metaph. in sg., πονηρὸν τὸ π. ἔχειν to have a bad case, Arist. Rh. 1415b22.
- 5 in bad sense, trouble, annoyance, ἁπάντων αἰτίους τῶν π. Ar. Ach. 310; πρήγματα ἔχειν, c. part., to have trouble about a thing, Hdt. 7.147, cf. Pl. Tht. 174b, etc.; π. ἔχειν ἐν τῷ δείπνῳ X. Cyr. 1.3.4, etc.; π. λαμβάνειν Id. Lac. 2.9; π. παρέχειν τινί to cause one trouble, Hdt. 1.155, Ar. Pl. 20, al.: c. inf., cause one the trouble of doing, Pl. Phd. 115a, X. Cyr. 4.5.46, Ar. V. 313; πραγμάτων . . ἀπαλλαγείς Id. Ach. 269 (lyr.), cf. Pl. Ap. 41d, R. 406e; ἄνευ πραγμάτων, σὺν πράγμασι, D. 1.20, X. An. 6.3.6: less freq. in sg., μηδὲν πρῆγμα παρέχειν Hdt. 7.239.
1. voorwerp, ding:
2. zaak, feit, gebeurtenis:
3. situatie, toestand:
4. zaak, kwestie:
5. overdr. lastige zaak, probleem, gedoe:
6. overdr. belangrijke zaak, belang:
7. spec. plur. politiek of milit. staatszaken, macht, regering, bestuur:
8. act. handeling, daad:
Bei Pol. ist πράγματα oft opes, Macht, πραγμάτων ἱκανῶν κύριος, 1.2.5 u. sonst ; ἐπέστη ἐπὶ τὰ πράγματα, 5.41.2 ; ἐδέξατο τὰ πράγματα, rerum potitus est, Plut. Pomp. 5.
- 1undertaking, business δεῖξέν τε Κοιρανίδᾳ πᾶσαν τελευτὰν πράγματος O. 13.75 τιμὰν μεγίσταν πράγματι παντὶ φέρειν P. 4.278 μᾶτερ ἐμά, τὸ τεόν, χρύσασπι Θήβα, πρᾶγμα καὶ ἀσχολίας ὑπέρτερον θήσομαι I. 1.2 pl., ἐπὶ μὰν βαίνει τι καὶ λάθας ἀτέκμαρτα νέφος καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν ἔξω φρενῶν i. e. of duty O. 7.46
Strong 4229
1. that which has been done, a deed, act: Lk 1:1, Ac 5:4, II Co 7:11, He 6:18.
2. That which is being done (like Lat.
1
ἐπάκουσόν μου ἐν παντί ᾧ [ἐπιτελῶ] πράγματι
escúchame en toda práctica que yo celebre
κάτοχ[ος παντ]ὸς πράγματος καὶ ἐπὶ ἁρμάτων ποιῶν
práctica de control de cualquier práctica que actúa incluso contra carros
τέλεσόν με τοῖς πράγμασί μου τούτοις καὶ σύστησόν με
conságrame para estas prácticas y úneme
2
yo soy el guía de tus hermosos misterios, servidor y conocedor
- Ithat which has been done, a deed, act, Lat. facinus, Hdt., Attic; τῶν πραγμάτων πλέον more than facts, Eur.; τὸ σὸν τί ἐστι τὸ πρ.; what is your work in life? Plat.; γύναιον πρ. ποιεῖν to do a womanʼs work, Dem.
- IIlike Lat. res, a thing, matter, affair, Hdt., Attic; σφισί τε καὶ Ἀθηναίοις εἶναι οὐδὲν πρ. they had no thing in common, Hdt.
- 2anything necessary or expedient, πρῆγμά ἐστι, c. inf., it is necessary, expedient to do, ʼtis my duty or business to do, like Lat. opus est, Hdt.
- 3a thing of consequence or importance, πρ. ποιεῖσθαί τι Hdt.; of a person, ἦν μέγιστον πρ. Δημοκήδης παρὰ βασιλέϊ he was made much of by the king, Hdt.; ἄμαχον πρ., of a woman, Xen.; ἀσταθμητότατον πρ. ὁ δῆμος Dem.
- 4used of a battle, as we say an action, affair, Xen.
- 5euphem. for something bad or disgraceful, the thing, the business, Thuc.; Εὐρυβάτου πρᾶγμα, οὐ πόλεως ἔργον his job, Dem.
- IIIin pl., πράγματα,
- 1circumstances, affairs, Hdt., Attic; τοῖς πράγμασιν τέθνηκα τοῖς δʼ ἔργοισι δʼ οὔ by circumstances, not by acts, Eur.; ἀπηλλάχθαι πραγμάτων to be quit of the business of life, Plat.; ἀποτυγχάνειν τῶν πρ. to fail in success, Xen.
- 2state-affairs, Eur., etc.; τὰ πολιτικὰ πρ. Plat.:—also, τὰ Περσικὰ πρ. the Persian power, Hdt.; ἐν ταῖς ναυσὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ πρ. ἐγένετο Thuc.; καταλαμβάνειν τὰ πρ. to seize the government, Lat. rerum potiri, Thuc.; ἔχειν, κατέχειν τὰ πρ. Thuc.; οἱ ἐν τοῖς πράγμασι, like οἱ ἐν τέλει, those who are in power or office, the ministers, Thuc.; οἱ ἐπὶ τοῖς πρ. ὄντες, οἱ ἐπὶ τῶν πρ., Dem.:— νεώτερα πρ. innovations, Lat. res novae, Oratt.
- 3oneʼs private affairs or circumstances, Hdt., Attic
- 4in bad sense, troublesome business, trouble, annoyance, Ar.; πράγματα ἔχειν, c. part., to have trouble about a thing, Hdt.; πρ. παρέχειν τινί to cause one trouble, Hdt.; c. inf., to cause one the trouble of doing, Plat.
-
…, οὐκ ἠθέλησεν, ἡγούμενος τὴν διατριβὴν αὑτῷ πολλὴν ἔσεσθαι · ἀλλʼ ὑπεριδὼν καὶ τὰ φύσει πεφυκότα καὶ τὰ θεῖα πράγματα καὶ τὰς ἀνθρωπίνας διανοίας ὁδὸν μὲν διὰ τῆς θαλάττης ἐποιήσατο, πλοῦν δὲ διὰ τῆς γῆς ἠνάγκασε γενέσθαι, ζεύξας…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ὀρφανὰς εἰσιόντα, ἐξήλασαν βίᾳ. καὶ τοσούτου ἐδέησεν αὐτῷ μεταμελῆσαι τῶν ὑβρισμένων, ὥστε ἐξευρὼν οὗ ἐδειπνοῦμεν ἀτοπώτατον πρᾶγμα καὶ ἀπιστότατον ἐποίησεν, εἰ μή τις εἰδείη τὴν τούτου μανίαν. ἐκκαλέσας γάρ με ἔνδοθεν, ἐπειδὴ τάχιστα ἐξῆλθον…
Lysias, Speeches
-
…τινά φατε εἶναι ; φαῖμεν ἄν, ὡς ἐγᾦμαι. ναί, ἦ δʼ ὅς. οὐκοῦν φατε καὶ τοῦτο πρᾶγμά τι εἶναι ; φαῖμεν ἄν · ἢ οὔ ; καὶ τοῦτο συνέφη. πότερον δὲ τοῦτο αὐτὸ τὸ πρᾶγμά φατε…
Plato, Protagoras
-
…νικήσασι τὸ ἴσον ἔχετε, νικήσαντες δʼ ἄν τούτοις ἐδουλεύετε. καὶ τοὺς ἰδίους οἴκους οὗτοι μὲν ἂν ἐκ τῶν πραγμάτων μεγάλους ἐκτήσαντο, ὑμεῖς δὲ διὰ τὸν πρὸς ἀλλήλους πόλεμον ἐλάττους ἔχετε · συνωφελεῖσθαι μὲν γὰρ ὑμᾶς οὐκ ἠξίουν ,…
Lysias, Speeches
-
…Ἑλλήνων πλεῖστα εἰς ὑμᾶς ἐξημάρτηκεν, οὐκ οἴονται χρῆναι αὐτὸν ἀπολέσθαι ; ὑμεῖς δὲ δείξατε ἥντινα γνώμην ἔχετε περὶ τῶν πραγμάτων. εἰ μὲν γὰρ τούτου καταψηφιεῖσθε, δῆλοι ἔσεσθε ὡς ὀργιζόμενοι τοῖς πεπραγμένοις · εἰ δὲ ἀποψηφιεῖσθε, ὀφθήσεσθε τῶν…
Lysias, Speeches
-
…ἐγὼ σοὶ λέγω καὶ τοῖς ἄλλοις τουτοισί. ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τούτῳ γε ἀπόκριναι · ἔσθʼ ὅστις δαιμόνια μὲν νομίζει πράγματʼ εἶναι, δαίμονας δὲ οὐ νομίζει ; οὐκ ἔστιν. ὡς ὤνησας ὅτι μόγις ἀπεκρίνω ὑπὸ τουτωνὶ ἀναγκαζόμενος. οὐκοῦν…
Plato, Apology
-
…. ἆρά γε μὴ ἐμοῦ προμηθῇ καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτηδείων μή, ἐὰν σὺ ἐνθένδε ἐξέλθῃς, οἱ συκοφάνται ἡμῖν πράγματα παρέχωσιν ὡς σὲ ἐνθένδε ἐκκλέψασιν, καὶ ἀναγκασθῶμεν ἢ καὶ πᾶσαν τὴν οὐσίαν ἀποβαλεῖν ἢ συχνὰ χρήματα, ἢ καὶ…
Plato, Crito
-
…οἶσθα. καίτοι εἰ τοῦτʼ ἀγνοεῖς, οὐδὲ ὅτῳ παραδίδως τὴν ψυχὴν οἶσθα, οὔτʼ εἰ ἀγαθῷ οὔτʼ εἰ κακῷ πράγματι. οἶμαί γʼ, ἔφη, εἰδέναι. λέγε δή, τί ἡγῇ εἶναι τὸν σοφιστήν ; ἐγὼ μέν ,…
Plato, Protagoras
-
…τοῦ βίου ἐπιμελεῖσθαι · ὡς ἔγωγε καὶ ὑπὲρ σοῦ καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν σῶν ἐπιτηδείων αἰσχύνομαι μὴ δόξῃ ἅπαν τὸ πρᾶγμα τὸ περὶ σὲ ἀνανδρίᾳ τινὶ τῇ ἡμετέρᾳ πεπρᾶχθαι, καὶ ἡ εἴσοδος τῆς δίκης εἰς τὸ δικαστήριον ὡς εἰσῆλθεν ἐξὸν…
Plato, Crito
-
…, ἔφη. τί δὲ ἰατρικός ; ἐν τῇ ἐδωδῇ ἢ πόσει ἐθέλειν ἄν τι ἰατρικοῦ πλεονεκτεῖν ἢ ἀνδρὸς ἢ πράγματος ; οὐ δῆτα. μὴ ἰατρικοῦ δέ ; ναί. περὶ πάσης δὴ ὅρα ἐπιστήμης τε καὶ ἀνεπιστημοσύνης εἴ τίς…
Plato, Republic