Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποῦσκα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πουλυπλάνητος
πουλυπόδειον
πουλυπόδειος
πουλυπόδης
πουλύπος
πουλυπότης
πουλύπους
πουλύς
πουλυσέβαστος
πουλυτενής
Πουλυτίων
πουλύχροος
Ποῦλχερ
Ποῦλχρα
πουμμά
πουνιάζω
Πούπιος
Πούπλιος
ποῦπος
πουράγγιον
πούρδαιν
πούρδαλον
πούρδανον
πουρέακος
πουρεινίς
πούριον
ποῦρος
πουροφόρος
πούς
ποῦς
ποῦσκα
πούστακος
ποῦτριν
ποῶ
ποώδης
πρᾶγμα
πραγματᾶς
πραγματεία
πραγματειώδης
πραγματεραστής
πραγμάτευμα
πραγματεύομαι
πραγματευτέον
πραγματευτέος
πραγματευτής
πραγματευτικός
πραγματία
πραγματίας
πραγματίη
πραγματικός
πραγματικῶς
πραγμάτιον
πραγματιστήριον
πραγματογραφέω
πραγματοδίφης
πραγματοειδής
πραγματοκοπέω
πραγματοκόπος
πραγματολογέω
πραγματομαθής
πραγματοποιία
…
ποῦσκα
Save
Bailly 2024
ποῦσκα,
ης
(
ἡ
) =
lat.
posca
, oxycrat,
breuvage acide,
A. Tr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}