πρινίδιον
πρινίδιον, little oak
πρῑν-ίδιον [νὶ], τό, Dim. of πρῖνος, Ar. Av. 615 (anap.), Ael. VH 5.17.
πρινίδιον, ου (τὸ) [ῑῐδ] dim. de πρῖνος, Ar. Av. 615.
πρινίδιον, [πρῑ], τό, dim. von πρῖνος ; Ar. Av. 615 ; Ael. V.H. 5.17.
πρινίδιον
πρῑνίδιον (νῐ), ου, τό,
Dim. of πρῖνος, Ar.