πριόω
πρῑόω,
- = πρίω, only in 3 sg. subj. πριῷ, Tab.Heracl. 1.129; pf. part. Pass. πεπριωμένος Hp. VC 20; cf. πρίωμα, ἀπρίωτος, διαπρίωσις, διαπριωτός.
πριόω, = πρίω, kommt nur im partic. perf. pass. πεπριωμένος, = πριονωτός, Hippocr., u. im adj. verb. πριωτός, ἀπρίωτος vor.