Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πριονόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πριηπίζω
Πρίηπος
Πρίμα
πριμαδίη
πριμάς
πρίν
Πρινασσός
πρίνη
πρινή
Πρινητάδης
Πρινίδης
πρινίδιον
πρίνινος
Πρίνιστον
πρινοβάλανος
πρινοειδῶς
πρινόκοκκα
πρινοκόπος
πρῖνον
πρῖνος
πρινός
Πρῖνος
πρινώδης
πρινών
Πριόλας
πριονίζω
πριόνιον
πριονῖτις
πριονοειδής
πριονοειδῶς
πριονόω
πριονώδης
πριονωτός
πρίου
πριόω
πρίς
πρισγεῖες
πρῖσις
πρίσις
Πρίσκα
Πρίσκιλλα
Πρίσκος
πρῖσμα
πρίσμα
πρισμάτιον
πρισματοκαύστη
πρισματοκαύστης
πρισμός
πριστήρ
πριστηροειδής
πρίστης
πριστική
πριστικός
πριστινάριος
πρίστις
πριστός
πρίω
πρίωμα
πρίων
Πρίων
πρίωσις
…
πριονόω
Save
Pape
πριονόω
, [ῑ],
sägenförmig gestalten, auszacken
. S. πριονωτός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}