προαναπληρόω Save προαναπληρόω, fulfil before LSJ Bailly 2024 προανα-πληρόω, fulfil before, LXX Wi. 19.4 (v.l. προσ-). προ·αναπληρόω-ῶ, remplir auparavant, Spt. Sap. 19, 4.