προαναρρήγνυμι
προαναρρήγνυμι, cause to burst open before
προαναρρήγνῡμι,
- cause to burst open before, πηγὰς ὑδάτων Eust. 1524.42.
προαναρρήγνυμι, [ῡ], (ῥήγνυμι), vorher aufreißen, Eust.