Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προάναρχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προανακτάομαι
προανακύπτω
προαναλαμβάνω
προαναλέγομαι
προαναλέγω
προαναλείφω
προαναλίσκω
προαναλογία
προαναλογίζω
προανάλωμα
προαναμαλάσσω
προαναμέλπω
προαναμιμνήσκω
προαναξέω
προαναξηραίνω
προαναπαύομαι
προαναπαύω
προαναπειράομαι
προαναπέμπω
προαναπηδάω
προαναπίπτω
προαναπλάσσω
προαναπλάττω
προαναπλέω
προαναπληρόω
προαναπνέω
προαναπνοή
προαναρπάζω
προαναρρήγνυμι
προαναρτάω
προάναρχος
προανασείω
προανασκευάζομαι
προανασκευάζω
προανασκοπέομαι
προανασκοπέω
προανάστασις
προαναστέλλω
προαναστολή
προαναστομόω
προαναστρέφω
προανάσυρμα
προανατάσσω
προανατείνω
προανατέλλω
προανατέμνω
προανατίθημι
προανατολή
προανατρέχω
προανατρίβω
προανατυπόω
προαναφαίνω
προαναφέρω
προαναφθέγγομαι
προαναφορά
προαναφυράω
προαναφυσάω
προαναφωνέω
προαναφώνημα
προαναφώνησις
προαναφωνητικός
…
προάναρχος
Save
Bailly 2024
προ·άναρχος,
ος, ον,
qui précède de toute éternité ;
gén.
Anth.
1, 27
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}