προανασκευάζομαι
προανασκευάζομαι, pack up and carry off beforehand
προανα-σκευάζομαι.
- pack up and carry off beforehand, J. BJ 1.15.6: plpf. Pass. in med.sense, τὰ λαμπρότατα . . προανεσκεύαστο ib. 1.13.9.