προαναστρέφω Save Bailly 2024 Pape προ·αναστρέφω, revenir avant, DL. 10, 148. Étym. var. προκαταστρέφειν. προαναστρέφω, vorher zurückkehren, DL. 10.148, v.l. προκαταστρέφω.