προαναφωνητικός
προαναφωνητικός, signifying beforehand
προαναφων-ητικός, ή, όν,
- signifying beforehand, σχῆμα π. τῶν ἐφεξῆς Eust. 1941.63. Adv. -κῶς Id. 1902.30.
προαναφωνητικός, ή, όν, vorher ankündigend, Eust.