προβαίνω
προβαίνω, to step on, step forward, advance
- step forward, advance, κραιπνά, κοῦφα ποσὶ προβιβάς, Il. 13.18, 158, Od. 17.27; τὸν δʼ ὦκα προβιβάντα (-βιβῶντα codd.) πόδες φέρον 15.555; ὑπασπίδια προβιβάντι (-βιβῶντι codd.) Il. 13.807, cf. 16.609; π. εὐθέσι τοῖς σκέλεσι Arist. HA 604b5: c. acc. cogn., οἵαν ὁδὸν ἁ δειλαιοτάτα π. E. Alc. 263 (lyr.); μέγα π. take a big stride forward, Hp. Art. 60.
- b of hair, grow, Lib. Or. 64.50.
- 2 as a mark of Time, ἄστρα προβέβηκε they are far gone in heaven, i.e. it is past midnight. Il. 10.252; ἡ νὺξ π. the night is wearing fast, X. An. 3.1.13: hence of Time itself, τοῦ χρόνου προβαίνοντος as time went on, Hdt. 3.53, 140; ὁ μὲν χρόνος δὴ διὰ χρόνου προὔβαινέ μοι S. Ph. 285; also τὰ μὲν προβέβηκεν the past, Thgn. 583; προβαίνοντος τοῦ ἔργου, τοῦ πολέμου, Hdt. 7.23, Plb. 2.47.3; τοῦ κώθωνος εὖ μάλα προβεβηκότος Hegesand. 21; ἐκ τοῦ προβεβηκότος, e re nata, on the spur of the moment, Plb. 7.12.2: of Age, προβήσεται ἡ ἡλικία X. Ap. 6; of persons, οἱ προβεβηκότες τῇ ἡλικίᾳ advanced in age, Lys. 24.16, cf. D.S. 12.18; π. τῶν ἡμερῶν, ταῖς ἡμέραις, LXX Jo. 13.1, 23.1: abs., οἱ π. Bato 7.9, Luc. Nigr. 24; ἐπεὶ προέβη τοῖς ἔτεσιν Macho ap. Ath. 13.580c; προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν Ev.Luc. 1.7, cf. 18; ἡλικίας εἰς τὸ πρόσθε π. Pl. Ep. 325c; π. εἰς πεντήκοντα ἔτη D.C. 68.4 (nisi leg. προεβεβιώκεἰ.
- 3 metaph. of narrative, argument, action, events, μὴ πέρα προβῇς λόγου Cratin. 66; προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου Hdt. 1.5; προβάς φησιν . . further on, Demetr.Lac. Herc. 1012.12, cf. Phld. Rh. 1.87 S.; π. ἐκ τῶν κνημέων ἐς τοὺς μηρούς went on . ., Hdt. 6.75; προέβαινε τὸ ἔθνος ἄρχον καὶ ἐπιτροπεῦον the nation was organized in a series of overlordships and mandates, Id. 1.134; προὔβης τῶνδε καὶ περαιτέρω A. Pr. 249; π. ἐπʼ ἔσχατον θράσους S. Ant. 853 (lyr.); οἷ προβαίνει τὸ πρᾶγμα τοῦ βουλεύματος Ar. Ach. 836; ποῖ προβήσεται λόγος; E. Hipp. 342; πέρας δὴ ποῖ κακῶν προβήσεται; Id. Or. 511, cf. 749; τὸ τῆς τύχης ἀφανὲς οἷ προβήσεται Id. Alc. 785; μὴ προβαίη μεῖζον ἢ τὸ νῦν κακόν Id. Med. 907; τὸ ἔθος ἐπὶ πολὺ προβαίνει Aeschin. 1.179: impers., εἰς τοῦτο προβέβηκε ὥστε . . it has gone so far that . ., Pl. Lg. 839c; π. πόρρω μοχθηρίας to be far gone in knavery, X. Ap. 30; π. εἰς τοῦτο ἔχθρας ὥστε . . D. 12.16; εἰς ἀταξίαν Aeschin. 3.38; μέχρι τίνος Plb. 2.1.3; ἐπὶ τὸ χεῖρον π. τὰ πράγματα Id. 5.30.6: in good sense, make progress, τοσοῦτον προβεβήκαμεν ὥστε . . Pl. Tht. 187a; of an enterprise, prosper, succeed, BGU 1209.10 (i B.C.), etc.
- II go before, i.e. be superior to, another, πολὺ προβέβηκας ἁπάντων σῷ θάρσει Il. 6.125; κράτεϊ 16.54, cf. 23.890; δυνάμει τε καὶ αἰδοῖ Τρηχῖνος προβέβηκε by might and awe he is over, i.e. rules, Trachis, Hes. Sc. 355, cf. Call. Epigr. 1.5 Pf.
- III c. acc. rei, overstep, τέρμα προβάς Pi. N. 7.71.
- IV with acc. of the instrum. of motion, πόδα π. Thgn. 283; οὐκ ἂν προβαίην τὸν πόδα τὸν ἕτερον Ar. Ec. 161, cf. Luc. Hist.Conscr. 29; προβὰς δὲ κῶλον E. Ph. 1412; ἀρβύλαν προβάς Id. Or. 1470 (lyr.); προβεβήκασι τὰ ἀριστερά have their left legs foremost (v.l. προβεβλήκασι, v. προβάλλω A. II.1), Arist. IA 706a7; προβὰς τὸν πόδα τὸν ἀριστερὸν καὶ τὸν δεξιὸν ὑποβάς Poll. 5.23.
- V Causal, in fut. Act., move forward, advance, τίς τρόπος ἄνδρα προβάσει [ᾱ]; Pi. O. 8.63.
1. voortgaan, vooruit lopen:
2. overdr. verdergaan, vervolgen:
1) vorschreiten, vorwärtsgehen, ἄστρα προβέβηκε, Il. 10.252, κραιπνὰ ποσὶ προβιβάς, 18.18, wie κοῦφα ποσὶ προβιβάς 158. u. öfter ; ὑπασπίδια προβιβῶντος, 16.609, wie 13.807 ; τὸν δʼ ὦκα προβιβῶντα πόδες φέρον, Od. 15.555 ; οἵαν ὁδὸν προβαίνω, Eur. Alc. 264, u. oft allein ; übertr. προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου, ich werde in der Erzählung weiter gehen, Her. 2.5, μή πού τι προὔβης τῶνδε καὶ περαιτέρω, Aesch. Prom. 247, προβᾶσʼ ἐπʼ ἔσχατον θράσους, Soph. Ant. 846 ; auch von der Zeit. ὁ μὲν χρόνος δὴ διὰ χρόνου προὔβαινέ μοι, Phil. 265 ; σκῆψιν ἔς τινα, Eur. Or. 747 ; μὴ πέρα προβῇς τῶνδε, Hipp. 504. ποῖ προβήσεται λόγος, 342 ; οὐκ ἄξιον περαιτέρω προβαίνειν, Plat. Phaedr. 239d ; εἰς τὸ πρόσθεν, Rep. VIII.604b ; ἡ νὺξ προβαίνει, Xen. An. 3.1.13 ; προβαίνοντος τοῦ πολέμου, Pol. 2.47.3, u. öfter. – Dah.
2) vorangehen, übertreffen, überlegen sein, mit dem gen. der Person, die man übertrifft, u. dem dat. der Sache, in der man übertrifft, νῦν γε πολὺ προβέβηκας ἁπάντων σῷ θάρσει, Il. 6.125, wie 23.890 ; ὅ τε κράτεϊ προβεβήκῃ, 16.54 ; δυνάμει τε καὶ αἰδοῖ Τρηχῖνος προβέβηκε, durch Macht und Ehrfurcht, die er einflößt, ist er Trechis überlegen, d.i. herrscht er über Trechis, Hes. Sc. 355. Auch = überschreiten, τέρμα προβάς Pind. N. 7.71.
3) Fortgang haben, von Statten gehen, gelingen, μὴ προβαίη μεῖζον κακόν, Eur. Med. 907. τὸ τῆς τύχης ἀφανὲς οἷ προβήσεται, Alc. 788 ; προέβαινε τὸ ἔθνος ἄρχον, das Volk machte Fortschritte in Befehlen, dehnte seine Macht aus, Her. 2.5, τοσοῦτόν γε προβεβήκαμεν ὥστε, Plat. Theaet. 187a ; ἐπεὶ ὁ λόγος παγκάλως προβέβηκε, Hipp. mai. 296b ; Xen., Oratt. u. Folgde ; τὰ ἀσεβήματα μέχρι τίνος προὔβη, Pol. 2.1.3 ; ἐπὶ τὸ χεῖρον προὔβαινε τὰ πράγματα, 5.30.6. – Trans. τίς τρόπος ἄνδρα προβάσει, vorwärts bewegen, bringen, Pind. Ol. 8.63. – Anders πόδα τόνδε πρόβαινε, Theogn. 283 ; μυκηνίδʼ ἀρβύλαν προβάς, Eur. Or. 1470 ; προβὰς κῶλον δεξιόν, Phoen. 1421, eigtl. mit dem rechten Fuße vorgehen, den rechten Fuß vorsetzen ; οὐκ ἂν προβαίην τὸν πόδα, Ar. Eccl. 161.
[προ- 1(2).]
2 sing. pf. προβέβηκας Il. 6.125, Il. 23.890.
3 sing. προβέβηκε Il. 10.252.
3 sing. subj. προβεβήκῃ Il. 16.54.
- 1
To go forward: ἄστρα προβέβηκεν (have got far forward in their course) Il. 10.252.
- 2
To go before, advance in front of.
With genit.: πολὺ προβέβηκας ἁπάντων Il. 6.125.
In pf. of the state or condition of going before; hence, to be pre-eminent, to excel, surpass; ὅ τε κράτεϊ προβεβήκῃ (in ...) Il. 16.54.
With genit.: ὅσον προβέβηκας ἁπάντων Il. 23.890.
- 1
- a ?go over ἀπομνύω μὴ τέρμα προβαὶς ἄκονθʼ ὥτε χαλκοπάρᾳον ὄρσαι θοὰν γλῶσσαν (Turyn: προβάς codd.) N. 7.71
- b fut. causal, advance τίς τρόπος ἄνδρα προβάσει O. 8.63
- Ito step on, step forward, advance, Hom., etc.:—as a mark of Time, ἄστρα προβέβηκε they are far gone in heaven, i. e. it is past midnight, Il.; ἡ νὺξ προβαίνει the night is wearing fast, Xen.; then of Time itself, τοῦ χρόνου προβαίνοντος as time went on, Hdt.; so, προβαίνοντος τοῦ ἔργου, τοῦ πολέμου Hdt.; and of persons, τοὺς προβεβηκότας τῇ ἡλικίᾳ advanced in age, Lys., etc.
- 2metaph. of narrative, argument, events, προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου Hdt.; πρ. ἐπʼ ἔσχατον θράσους Soph.; τὸ τῆς τύχης ἀφανὲς οἷ προβήσεται Eur.; πρ. πόρρω μοχθηρίας to be far gone in knavery, Xen.; πρ. εἰς τοῦτο ἔχθρας Dem.
- 3to advance, proceed, προέβαινε τὸ ἔθνος ἄρχον the nation kept making advances in dominion, kept extending its sway, Hdt.; μὴ προβαίη μεῖζον ἢ τὸ νῦν κακόν lest it creep on, increase, Eur.
- IIto go before, i. e. to be before or superior to another, c. gen., προβέβηκας ἁπάντων Il.; Τρηχῖνος προβέβηκε he was set over, i. e. ruled, Trachis, Hes.
- IIIc. acc. rei, to overstep, τέρμα προβάς (for ὑπερβάς) Pind.
- IVin Poets, πόδα πρ. to advance the foot, Theogn.; τὸν πόδα Ar.; προβὰς κῶλον, ἀρβύλαν προβάς Eur.; v. βαίνω A. II. 3.
- VCausal, in fut. act., to put forward, advance, τίς τρόπος ἄνδρα προβάσει [ᾱ]; Pind.
-
…. οὔτε γὰρ αὐγὰς χαίρω προσορῶν οὔτʼ ἐπὶ γαίας πόδα πεζεύων · τοῖον ὅμηρόν μʼ ἀποσυλήσας Ἅιδῃ Θάνατος παρέδωκεν. πρόβα, πρόβα · βᾶθι κεῦθος οἴκων. αἰαῖ. πέπονθας ἄξιʼ αἰαγμάτων. ἒ ἔ. διʼ ὀδύνας ἔβας ,…
Euripides, Alcestis
-
…κραδίην καὶ θυμὸν ἱκάνει, ὁππότε δὴ τὸν ὁμοῖον ἀνὴρ ἐθέλῃσιν ἀμέρσαι καὶ γέρας ἂψ ἀφελέσθαι, ὅ τε κράτεϊ προβεβήκῃ · αἰνὸν ἄχος τό μοί ἐστιν, ἐπεὶ πάθον ἄλγεα θυμῷ. κούρην ἣν ἄρα μοι γέρας ἔξελον υἷες Ἀχαιῶν…
Homer, Iliad
-
…ἕργμα τυμβόχωστον ἔρχομαι τάφου ποταινίου · ἰὼ δύστανος, βροτοῖς οὔτε νεκροῖς κυροῦσα μέτοικος οὐ ζῶσιν, οὐ θανοῦσιν. προβᾶσʼ ἐπʼ ἔσχατον θράσους ὑψηλὸν ἐς Δίκας βάθρον προσέπεσες, ὦ τέκνον, πολύ · πατρῷον δʼ ἐκτίνεις τινʼ ἆθλον .…
Sophocles, Antigone
-
…, ἐλέαιρε δʼ Ἀχαιοὺς Τρωσὶν δαμναμένους, Διὶ δὲ κρατερῶς ἐνεμέσσα. αὐτίκα δʼ ἐξ ὄρεος κατεβήσετο παιπαλόεντος κραιπνὰ ποσὶ προβιβάς · τρέμε δʼ οὔρεα μακρὰ καὶ ὕλη ποσσὶν ὑπʼ ἀθανάτοισι Ποσειδάωνος ἰόντος. τρὶς μὲν ὀρέξατʼ ἰών, τὸ δὲ…
Homer, Iliad
-
…νεκύων ἐς αὐλάν, ὑπʼ ὀφρύσι κυαναυγέσι βλέπων πτερωτός Ἅιδας. τί ῥέξεις ; ἄφες. οἵαν ὁδὸν ἁ δειλαιοτάτα προβαίνω. οἰκτρὰν φίλοισιν, ἐκ δὲ τῶν μάλιστʼ ἐμοὶ καὶ παισίν, οἷς δὴ πένθος ἐν κοινῷ τόδε. μέθετε…
Euripides, Alcestis
-
…, καὶ τοῦτο ὅμως δυοῖν ναυμαχίαιν καὶ πεζομαχίαιν ταχεῖαν τὴν κρίσιν ἔσχεν. τούτου δὲ τοῦ πολέμου μῆκός τε μέγα προύβη, παθήματά τε ξυνηνέχθη γενέσθαι ἐν αὐτῷ τῇ Ἑλλάδι οἷα οὐχ ἕτερα ἐν ἴσῳ χρόνῳ. οὔτε γὰρ πόλεις τοσαίδε…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἀμφὶ δέ οἱ κροτάφοισι φαεινὴ σείετο πήληξ. πάντῃ δʼ ἀμφὶ φάλαγγας ἐπειρᾶτο προποδίζων, εἴ πώς οἱ εἴξειαν ὑπασπίδια προβιβῶντι · ἀλλʼ οὐ σύγχει θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν. Αἴας δὲ πρῶτος προκαλέσσατο μακρὰ βιβάσθων · δαιμόνιε σχεδὸν ἐλθέ ·…
Homer, Iliad
-
…τάδε ἔχρῃζον εἰσιδοῦσά τʼ ἠλγύνθην κέαρ. καὶ μὴν φίλοις ; γʼ ; ἐλεινὸς εἰσορᾶν ἐγώ. μή πού τι προύβης τῶνδε καὶ περαιτέρω ; θνητούς γʼ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον. τὸ ποῖον εὑρὼν τῆσδε φάρμακον νόσου ; τυφλὰς ἐν…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…δοχμωθεὶς μεγάροιο διὰ κλήιθρον ἔδυνεν αὔρῃ ὀπωρινῇ ἐναλίγκιος, ἠύτʼ ὀμίχλη. ἰθύσας δʼ ἄντρου ἐξίκετο πίονα νηὸν ἦκα ποσὶ προβιβῶν · οὐ γὰρ κτύπεν, ὥς περ ἐπʼ οὔδει. ἐσσυμένως δʼ ἄρα λίκνον ἐπῴχετο κύδιμος Ἑρμῆς · σπάργανον ἀμφʼ…
NA, Homeric Hymns
-
…ἠδὲ κελεύθου εἶκε παρὲξ ἰέναι. Τρηχῖνάδε τοι παρελαύνω ἐς Κήυκα ἄνακτα · ὃ γὰρ δυνάμι τε καὶ αἰδοῖ Τρηχῖνος προβέβηκε, σὺ δʼ εὖ μάλα οἶσθα καὶ αὐτός · τοῦ γὰρ ὀπυίεις παῖδα Θεμιστονόην κυανῶπιν. ὦ πέπον, οὐ…
Hesiod, Shield of Heracles