προγόνη Save LSJ Bailly 2024 Pape προγόνη, ἡ, = abavia, privigna, Gloss., v.l. in Ph. 2.303. προ·γόνη, v. πρόγονος 2. προγόνη, ἡ, Stieftochter (s. πρόγονος), Philo.