About Report a problem

Menu

προδανείζω

προδανείζω, to lend before

προδᾰν-είζω,
  • lend before or first, D.C. 51.17; τῷ Ἀπόλλωνι τὴν χάριν Luc. Sacr. 3:—Pass., ὁ εἰς τὴν γένεσιν [τῶν ἔργων] τῷ πόνῳ προδανεισθεὶς χρόνος Plu. Per. 13.
    • II advance money for public objects, ὅσοι ἂν προδανείσωσιν ἄτοκα OGI 46.5 (Halic., iii B.C.), cf. IG 7.4254.38 (Oropus, iv B.C.), etc.; τοῖς ἀπόροις χρήματα Arist. Ath. 16.2:—Med., χρήματα εἰς τὸ θεωρικόν, χρήματα τῷ δήμῳ εἰς τὴν διοίκησιν π., Hyp. Dem. Fr. 4.

Saved

Recent