About Report a problem

Menu

προευδοκιμέω

προευδοκιμέω, to be in good repute before

προευ-δοκῐμέω,
  • to be in good repute before, οἱ προευδοκιμηκότες D.H. Rh. 5.6; τὸ -δοκιμοῦν καταλύειν D.C. 39.25.

Saved

Recent