About Report a problem

Menu

προευθετίζω

προευθετίζω, accommodate

προευ-θετίζω,
  • accommodate, εἰς λόγον A.D. Synt. 309.7 (Pass.): c. inf., προηυθέτισται τὰ ἐγκλιτικὰ μόρια ἐπὶ τέλους ἔχειν τὴν ὀξεῖαν ib. 134.15.

Saved

Recent