προετέον
προετέον, one must throw away
προετέον, (προΐημι)
- one must throw away or give up, τινα Din. 1.92; τοῖς Δημοσθένους ἐλέοις τὴν ἀπολογίαν ib. 108; ἴχνευσιν Epicur. Ep. 2 p.42 U.
προετέον, vb. de προΐημι, Din. 101, 44 ; 104, 1.