Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκτήτρια
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκρέμαμαι
προκρεμαννύω
πρόκρημνος
προκρητικόν
πρόκριμα
προκριματίζομαι
προκριματίζω
προκρίνω
πρόκρις
Πρόκρις
πρόκρισις
προκριτέος
προκριτής
προκριτικόν
προκριτικός
πρόκριτος
πρόκροον
πρόκροσσοι
πρόκροσσος
πρόκρουμα
πρόκρουσις
πρόκρουσμα
προκρουσμός
Προκρούστης
προκρούω
προκρύπτω
προκτάομαι
προκτενίζω
πρόκτησις
προκτητικός
προκτήτρια
προκτήτωρ
προκτίζω
προκυβερνάω
προκυδάνω
προκυέω
προκυκλέω
προκύκλιος
προκυκλίς
προκυλινδέομαι
προκυλινδέω
προκυλίνδημα
προκυλίνδομαι
προκυλίνδω
προκύλισις
προκυλισμός
προκυλίω
προκυμαία
προκύμαια
προκυμάτια
προκυμία
προκυνέω
προκύνη
προκυνηγία
προκύνητος
προκύπτω
προκυρόομαι
προκυρόω
πρόκυρτος
πρόκυψις
Προκύων
…
προκτήτρια
Save
LSJ
προ-κτήτρια, ἡ, fem. of sq.,
BGU
619.12 (ii A.D.),
POxy.
78.21 (iii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}