προκυμάτια Save Bailly 2024 Pape προ·κυμάτια, ων (τὰ) [ῡᾰ] digue, jetée, Jos. A.J. 15, 9, 7. Étym. π. κῦμα. προκυμάτια, [ῡ], τά, = προκυμαία.