προκύκλιος
προκύκλιος, of a προκυκλίς
προκύκλ-ιος, ον,
- of a προκυκλίς, θάμνη Herod. 6.90.
- II θεοὶ II., dub. sens., of certain gods at Erythrae, SIG 1014.130 (iii B.C.).
- III Προκύκλιος, ὁ (sc. μήν), name of month at Calydon, IG 92(1).137.40 (ii B.C.).